ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΚΔΟΤΗ

ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ
 
Αγαπητοί μου φίλοι,

Η αγανάκτησή μου  έχει ξεπεράσει κάθε όριο τον τελευταίο καιρό. όχι μόνον με την διαρκή αδυναμία της πολιτείας ν’ αντιληφθεί την αξία του φυσικού περιβάλλοντος για τη χώρα. Αλλά, κυρίως, με την πλήρη ανικανότητά της να προλάβει, να αποτρέψει την συστηματική του καταστροφή. Γράφει, μεταξύ άλλων, ο κ. Λέανδρος Ρακιντζής, Αρεοπαγίτης ε.τ. και Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης: «Η καλύτερη προστασία του περιβάλλοντος είναι η πρόληψη και όχι η καταστολή» (ΕΦΗΜ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15 Ιουλίου 2007). Στην ίδια εφημερίδα, λίγο πιο κάτω, αναφέρει ο κ. Δημήτρης Παξινός, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών: «Σχεδόν όλα τα μέτρα, το οποία κατά καιρούς εξαγγέλλονται, έπειτα από καταστροφικές πυρκαγιές και πλημμύρες, παραπέμπουν σε «Πύθο Δαναΐδων», θυμίζουν σουρωτήρι. Όσα μέτρα εξαγγέλλονται είναι βέβαιο ότι θα αποτύχουν ή θα πετύχουν μερικώς του σκοπού τους, αν δεν ληφθούν μέτρα προληπτικά, προκειμένου να αποτραπεί το κακό εν τη γενέσει του».
Μια 10ετία νωρίτερα, και συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 1997, η Θεσσαλονίκη θρηνούσε για την καταστροφή του Σεϊχ – Σου, όπως σήμερα θρηνεί η Αθήνα για την καταστροφή της Πάρνηθας. Αυτά που έγραφα τότε στο ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ (τεύχος 6, Σεπτέμβριος 1997), εξακολουθούν δυστυχώς και στις μέρες μας να έχουν δραματική επικαιρότητα: «…Η πρόταση του περιοδικού μας απευθύνεται… στον Υπουργό Γεωργίας, Εθνικής Αμύνης και Πρωθυπουργό. Είναι απλή σαν σύλληψη, δύσκολη σαν οργάνωση και εκτέλεση, λιγότερο δαπανηρή από την προμήθεια πανάκριβων πυροσβεστικών αεροσκαφών και σίγουρα πολύ αποτελεσματική στον τομέα που κατ’ εξοχήν πάσχουμε, την ΠΡΟΛΗΨΗ. Αξιολογούνται λοιπόν αρχικά οι δασικές εκτάσεις της χώρας, ανάλογα με τον βαθμό επικινδυνότητας που παρουσιάζουν. Η φύλαξή τους ανατίθεται για το κρίσιμο διάστημα κάθε χρόνου (Ιούνιος – Αύγουστος) στο Στράτευμα. Οι περιπολίες ασκούνται σε 24ωρη βάση με πάνοπλους στρατιώτες που θα έχουν αυξημένες αρμοδιότητες. Γιατί, δυστυχώς, οι εμπρηστές του δασικού μας πλούτου έχουν εξελιχθεί σ’ έναν φοβερό και ύπουλο εχθρό της χώρας και σαν τέτοιοι πρέπει ν’ αντιμετωπισθούν. Παράλληλα τα Μ.Μ.Ε αναλαμβάνουν να δώσουν ευρύτατη δημοσιότητα σ’ αυτό το έκτακτο μέτρο. Ποιος στ’ αλήθεια πιστεύει, ότι οι επίδοξοι εμπρηστές θα εξακολουθούσαν να κινούνται με την ίδια άνεση στα δάση της χώρας; Αν μάλιστα, με μια αλλαγή της ποινικής νομοθεσίας, οι ποινές που θα προβλέπονταν γι’ αυτούς θα ήταν πραγματικά εξοντωτικές; Και επι τέλους, δεν ήρθε πια η ώρα ν’ αντιμετωπίσει η κρατική εξουσία με στιβαρό χέρι αυτή την χούφτα εγκληματιών, που κάθε χρόνο καταστρέφουν συστηματικά την φυσική μας κληρονομιά;»
Αυτά, μεταξύ πολλών άλλων, γράφονταν το 1997. Δυστυχώς, αγαπητοί μου φίλοι, κι αυτή η φωνή, όπως άλλωστε τόσες άλλες, απέβη «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», αφού ουδέποτε τα αυτιά της εκάστοτε πολιτείας είναι σε θέση να αφουγκρασθούν τα μηνύματα των καιρών.
Αυτοί λοιπόν θα συνεχίσουν να εκφράζουν τη «βαθύτατη θλίψη» τους για τον άδικο χαμό τόσων αθώων ανθρώπων και για την καταστροφή της χώρας. Εμείς, όμως, ως πότε θα συνεχίσουμε ν’ ανεχόμαστε την ανικανότητα και την υποκριτική τους συμπεριφορά;

Θεόφιλος Μπασγιουράκης