ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΚΔΟΤΗ

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΣ;
 
Αγαπητοί μου φίλοι,
«Ζητείται Ελπίς». Έτσι τιτλοφόρησε τα πρώτα του διηγήματα ο μεγάλος συγγραφέας, διανοητής και ανθρωπιστής, ο αείμνηστος Αντώνης Σαμαράκης. Ήταν το 1954. Η ρημαγμένη Ελλάδα προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της, από τις καταστροφές του πολέμου και τα φοβερά δεινά του εμφύλιου σπαραγμού.
Αν ζούσε σήμερα -αν είχε την ατυχία να ζει σήμερα- δεν ξέρω πού θα αναζητούσε την «Ελπίδα» του ο Αντώνης Σαμαράκης. Στην αλλαγή συμπεριφοράς απέναντί μας των περιβόητων «Οίκων Αξιολόγησης» και των -ακόμη πιο περιβόητων- «Αγορών»; Στην -από μακρού χρόνου αναμενόμενη- αποτελεσματική και δίκαιη διαχείριση της κρίσης εκ μέρους της πολιτείας; Στην -εξίσου αναμενόμενη- υπευθυνότητα των κομμάτων αντιπολίτευσης; Στην κατανόηση και ανοχή των εργαζομένων, επιχειρηματιών και μικροεπαγγελματιών; Ή μήπως στον «πατριωτισμό» και την «αυταπάρνηση» κάποιων ομάδων «ειδικών συνδικαλιστών», που εκδηλώνουν την αντίθεσή τους με αποκλεισμούς δρόμων, αεροδρομίων και λιμανιών;
Αμφιβάλλω, αγαπητοί μου φίλοι, αν απ’ αυτά τα πολύ λίγα που προανέφερα, θα μπορούσε ν’ αντλήσει έστω και ψήγματα αισιοδοξίας και ελπίδας ο Αντώνης Σαμαράκης. Γιατί, απλούστατα, κανένας από τους παραπάνω θεσμούς, φορείς ή οργανισμούς δεν ανταποκρίνεται στον βαθμό που επιβάλλουν η σοβαρότητα, ο επείγων χαρακτήρας και η κρισιμότητα των στιγμών. Καθένας συμπεριφέρεται και ενεργεί αντιμετωπίζοντας τα προβλήματα από τη δική του σκοπιά, αποσπασματικά και όχι συνολικά.
Και βέβαια θα ήταν ουτοπικό και ελάχιστα ρεαλιστικό να ελπίζουμε σε φιλική και ανιδιοτελή μεταχείριση από τους ξένους, την Τρόϊκα δηλαδή, τους Οίκους Αξιολόγησης και τις Αγορές. Για ποιο λόγο άλλωστε; Αυτοί κάνουν τη δουλειά τους. Το μέγα πρόβλημα είναι, ότι εμείς δεν κάνουμε τη δική μας δουλειά. Αντίθετα, κάνουμε τ’ αδύνατα δυνατά για ν’ αποδεικνύουμε με καθημερινές πράξεις, παραλείψεις και συμπεριφορές, ότι είμαστε άξιοι της μοίρας μας. Κλείνουμε δρόμους, ακινητοποιούμε πλοία στα λιμάνια, αποκλείουμε την Ακρόπολη αναρτώντας πανό, σπάζουμε και καίμε -χάριν διαμαρτυρίας-, φερόμαστε πονηρά στης συναλλαγές μας με τους ξένους, αδιαφορούμε για την καθαριότητα και ποιότητα του φυσικού μας περιβάλλοντος, του πολυτιμότερού μας αγαθού.
Αναρωτιέμαι λοιπόν και μαζί μου όσοι αγωνιούν για το μέλλον αυτής της χώρας:
Υπάρχει Ελπίς; Ή είναι -απλά- μονόδρομος και θέμα χρόνου η πλήρης καταστροφή;
Δεν ξέρω, ειλικρινά. Το μόνο ίσως που θα μπορούσα να σκεφτώ είναι η αναστροφή του δυσμενούς κλίματος, των κάκιστων εντυπώσεων που έχουν διαμορφώσει για την χώρα μας. Όχι μόνον ξένες τράπεζες, κυβερνήσεις και παντοειδείς οργανισμοί αλλά κυρίως το Παγκόσμιο Κοινό. Είναι οι επισκέπτες μας, ο πολυτιμότερος αιμοδότης μας.
Αυτοί είναι ίσως η μόνη μας ελπίδα. Που όταν όμως αποκλείονται στα λιμάνια από μερικούς ανεγκέφαλους -ανέγγιχτους δυστυχώς από την κρατική εξουσία- δεν θα ξαναγυρίσουν στην Ελλάδα. Το δυστύχημα είναι, ότι οι εικόνες της ντροπής κάνουν τον γύρο της γης.
Οι συνεργάτες μου κι εγώ σας ευχόμαστε καλές διακοπές, χωρίς αποκλεισμούς.

Θεόφιλος Μπασγιουράκης