ΤΕΥΧΟΣ 35

Σεπτέμβριος 2003

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΚΔΟΤΗ

Καθώς ο Αύγουστος τελειώνει …
 
Αγαπητοί μου φίλοι,
 
Είχαμε πιστέψει, ότι η εφετινή χρονιά θα ήταν η μοναδική ανάμεσα στις πέντε τελευταίες, που δεν θα επισκεπτόμασταν τη Χίο και θα έληγε έτσι μια άτυπη αλλά όμορφη παράδοση, που είχε δημιουργηθεί όλα αυτά τα χρόνια. Ήρθε όμως η τιμητική πρόσκληση του Δήμου Καρδαμύλων που μας έδωσε τη χαρά να ξαναβρεθούμε στο αγαπημένο μας νησί. Η πρόσκληση είχε ως αντικείμενο τη συμμετοχή μας στην επίσημη παρουσίαση του βιβλίου που δημιουργήσαμε με θέμα: «ΚΑΡΔΑΜΥΛΑ, οδοιπορικό στο χώρο και στο χρόνο». Ήταν ένα διήμερο ταξίδι – αστραπή, που αναθέρμανε τις αναμνήσεις μας από τόπους οικείους και αγαπημένους, που μας έχουν συνδέσει μαζί τους τόσες ευχάριστες στιγμές. Ήταν όμως κυρίως η ευκαιρία να ξανασυναντήσουμε πολλούς απ’ αυτούς τους ανθρώπους, και διαχρονικούς ήδη φίλους, που χάρη στο επίπεδο, στη φιλοξενία και στην αγάπη τους, οφείλεται σε μέγιστο βαθμό η ιδιαίτερη εκτίμησή μας για το όμορφο νησί. Άλλωστε είναι σε όλους μας γνωστή η καταλυτική επίδραση του ανθρώπινου παράγοντα στη διαμόρφωση των τελικών εντυπώσεών μας για έναν τόπο, που γίνεται ακόμη ελκυστικότερος, όταν κατοικείται από φιλόξενους ανθρώπους.
Σ’ έναν τέτοιο ωραίο τόπο – και όχι στο περιβάλλον του γραφείου μου – έχω το μοναδικό προνόμιο να γράφω τούτες τις γραμμές, βρίσκομαι στα «Σπήλια», στο μικρό συγκρότημα καταλυμάτων, που δημιούργησαν ο Δημήτρης Ψωμαδάκης και η γυναίκα του Κική, στην ομώνυμη μεσαιωνική συνοικία των Καρδαμύλων. Αφήνω το βλέμμα μου να πλανιέται στους αυστηρούς όγκους των παμπάλαιων λίθινων σπιτιών, που ψήνονται ολημερίς, καρτερικά, από τον ανελέητο ήλιο των αιώνων.
Με την γκριζοκόκκινη πέτρα τους, βγαλμένη από τα σπλάχνα της ντόπιας γης και λαξεμένη από τα χέρια των παλιών μαστόρων, μοιάζουν αυτά τα σπίτια με προέκταση προς τα πάνω της κακοτράχαλης και σκληρής επιφάνειας του εδάφους. Ενός εδάφους που με πρώτη ματιά μοιάζει τόσο εχθρικό και αφιλόξενο, αποτέλεσε όμως τον τόπο που έζησαν για αιώνες οι παλιοί Καρδαμυλίτες, με συνθήκες τόσο σκληρές και αντίξοες, που είναι αδύνατον σήμερα εμείς ν’ αντιληφθούμε.
Προστατευμένος από τη σκιά  μιας αιωνόβιας μουριάς ακούω τον ήχο από το θρόϊσμα των φύλλων πάνω απ’ το κεφάλι μου, στη δροσερή πνοή του μελτεμιού.
Μέσα από τις διπλανές συκιές και αμυγδαλιές φτάνει το ανέμελο τραγούδι από τα φλύαρα τζιτζίκια, τους αιώνιους τροβαδούρους του Ελληνικού καλοκαιριού.
Ο μόνος άλλος ήχος που ακούγεται, απόμακρος αδρός, είναι το ντελάλημα του ψαρά, που κάνει σ’ όλους γνωστή τη λαχταριστή πραμάτια του με τις ίδιες πάντα λέξεις :Μπαρμπουνια, φαγκρόπουλα, μέλουνες, λιθρίνια παραγαδίσια, αθερινάκια … κι είναι μια διαρκής πρόσκληση η φωνή του να πας κοντά και να τα δεις, να μυρίσεις τη φρεσκάδα τους, να επιλέξεις αυτά που σου τεροιάζουν κι ύστερα να επιλέξεις και τη συντροφιά, που μ’ αυτήν θα τ’ απολαύσεις.
Ο Αύγουστος προχωράει, οι μέρες μικραίνουν συνεχώς, το γλυκό καλοκαιράκι πλησιάζει προς το τέλος του.
Ας μη λυπόμαστε. Έχουμε πίσω μας τις ωραίες αναμνήσεις και μπροστά μας το ρομαντικό και ωραίο φθινοπωράκι, γεμάτο με τα χρώματα  που κάθε χρόνο του χαρίζει αφειδώλευτα η φύση της Ελλάδας.

Θεόφιλος Μπασγιουράκης