ΤΕΥΧΟΣ 49

Ιανουάριος 2006

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΚΔΟΤΗ

Η ΟΡΕΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ
 
Αγαπητοί μου φίλοι,
 
Θα έχετε ήδη διαπιστώσει, ότι οι περιηγήσεις αυτού του τεύχους αφιερώθηκαν αποκλειστικά στην ορεινή Ελλάδα. Περιλαμβάνονται όλα σχεδόν τα ηπειρωτικά διαμερίσματα: Μακεδονία, Θεσσαλία, Ήπειρος, Στερεά και Πελοπόννησος. Ήταν ένα οδοιπορικό πολυδιάστατο που μας έφερε κοντά σε μερικά από τα ωραιότερα τοπία αυτής της χώρας. Παράλληλα όμως ήταν και μια ρεαλιστική – για πολλοστή φορά- διαπίστωση της δισυπόστατης πραγματικότητας που επικρατεί σ’ αυτούς τους τόπους. Από τη μια η επιφανειακή και ειδυλλιακή εικόνα που αποκομίζει ο περιηγητής του Σαββατοκύριακού ή του εορταστικού τριημέρου: ωραία φύση, παροδική απομάκρυνση από την παραζάλη και το θόρυβο της πόλης, ένα ζεστό και – στις περισσότερες περιπτώσεις – φιλόξενο κατάλυμα, ικανοποιητικό και συνήθως παραδοσιακό φαγητό, μια συνολική αίσθηση ευδαιμονίας και γραφικότητας.
Στην άλλη όψη βρίσκεται η αθέατη εικόνα, αυτή που ξεπροβάλλει μερικά μόνον μέτρα έξω από το ζεστό και ολόφωτο κατάλυμα, καφενείο ή ταβέρνα. Είναι η εικόνα των καθημερινών ημερών της εβδομάδας, που βγαίνει στην επιφάνεια, μόλις το αυτοκίνητο και του τελευταίου εφήμερου επισκέπτη έχει χαθεί για να επιστρέψει στο πολύβουο αστικό κέντρο. Μια απέραντη σιωπή και μοναξιά καλύπτει τότε απ’ άκρη σ’ άκρη, το – μόλις λίγες ώρες πριν – ολοζώντανο χωριό. Οι πόρτες και τα παράθυρα διπλομανταλώνονται, παύει να στροβιλίζεται καπνός στις καμινάδες. Ελάχιστοι απομένουν πια, κατά κανόνα ηλικιωμένοι, απογοητευμένοι θεματοφύλακες και ακρίτες της Ελληνικής ορεινής χώρας, που σε πολλές περιπτώσεις εκτείνεται κατά μήκος της μεθοριακής γραμμής. Και αυτό βέβαια ισχύει, όχι μόνον στις ορεινές περιοχές αλλά και στα περισσότερα νησιά, σ’ όλη γενικά την απόμακρη και μη προνομιούχο περιφέρεια. Και αναρωτιέται κανείς: τι απέγινε όλη εκείνη η αλλοτινή ζωντάνια, όλος εκείνος ο κόσμος, που κάποτε παρέμενε πεισματικά γαντζωμένος και έδινε στα πατρογονικά του εδάφη τη μάχη της επιβίωσης; Τι απέγιναν όλοι εκείνοι οι ηρωικοί ξωμάχοι που έδιναν φανατικούς αγώνες με την πέτρα και το χώμα; Τι απέγιναν εκείνοι οι σκληροτράχηλοι ορεσίβιοι κτηνοτρόφοι με τα χιλιάδες γιδοπρόβατα; Και τι απέγιναν ακόμη οι τόσο συμπαθείς και επιδέξιοι μικροεπαγγελματίες, τσαγκάρηδες, χτιστάδες, πετράδες, μαραγκοί και σιδεράδες και τόσοι άλλοι που υπάρχουν σαν μνήμες μόνον σε παλιές φωτογραφίες και διηγήσεις;
Πολύ απλά – και σ’ ένα βαθμό δικαιολογημένα – έπεσαν θύματα της δραματικής μεταβολής των βιοτικών αναγκών και συνθηκών. Αλλά επίσης και της πλήρους ανικανότητας και αδιαφορίας της πολιτείας να δημιουργήσει έγκαιρα ένα συνολικό πλέγμα κινήτρων για να παραμείνει κάποιος στον τόπο του και ιδιαίτερα οι νέοι.
Αλλά για ποια πολιτεία – με διαχρονική έννοια – μιλάμε; Για τους κομψευόμενους βουλευτές και υπουργούς που θυμούνται μόνον προεκλογικά την περιφέρεια; Για τους πρωθυπουργούς που είναι κλεισμένοι σε αποστειρωμένη γυάλα;
Ή μήπως για τους «υπεύθυνους» χάραξης της «ανάπτυξης» και της «τουριστικής πολιτικής», που γνωρίζουν την Ελλάδα μόνο από το χάρτη;
Πολύ θα ήθελα, αγαπητοί μου φίλοι, να μάθω την απάντηση. Εμείς, ωστόσο, δεν έχουμε πάψει – 10 χρόνια τώρα – να αναδεικνύουμε περιοχές της μη προνομιούχου Ελλάδας. Και αν οι «αρμόδιοι» αποδεικνύονται καθημερινά αναρμόδιοι να κάνουν κάτι, τουλάχιστον κάνετέ το, στο βαθμό που μπορείτε, εσείς.
Συμπεριλάβετε στους προορισμούς σας την απόμακρη περιφέρεια όσο μπορείτε περισσότερο και όχι μόνον στις περιόδους των γιορτών.
Οι συνεργάτες μου κι εγώ σας ευχόμαστε υγεία και χαρούμενες στιγμές.

Θεόφιλος Μπασγιουράκης