ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΚΔΟΤΗ

Η ΕΡΗΜΩΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ;
 
 
- Στα χρόνια μου το σχολείο που βλέπεις ήταν τετραθέσιο και φοιτούσαμε σ’ αυτό πάνω από 100 παιδιά, λέει κουνώντας το κεφάλι του ο ηλικιωμένος άνθρωπος στο καφενείο του χωριού.
Την ίδια πίκρα εκφράζει κι ένας άλλος, παλιός βοσκός, καθώς θυμάται και συγκρίνει τα χιλιάδες γιδοπρόβατα της εποχής του με τα ελάχιστα που βόσκουν πια στα βοσκοτόπια.
- Κάποτε υπήρχαν επαγγελματίες και τεχνίτες, τσαγκάρης, σαμαράς και σιδεράς, φούρνος και μπακάλικα, λέει ένας τρίτος. Τίποτα δεν απόμεινε πια εκτός απ΄ αυτό το καφενείο, που, αν δεν το αναλάβει κάποιος νέος, είναι θέμα χρόνου για να κλείσει.
Κουβέντες γεμάτες παράπονο, που τις ακούμε στερεότυπα σχεδόν, σε κάθε απόμακρο χωριό της Ελληνικής υπαίθρου και ιδιαίτερα στα ορεινά. Εκεί, που η γη είναι λίγη και τραχειά και οι χειμώνες δύσκολοι. Εκεί, που για να καταφέρει κανείς να επιβιώσει, πρέπει να είναι σκληρός, λιτός και ανθεκτικός σαν τους προγόνους του ή ήρωας, τρελός και απελπισμένος ή αθεράπευτα ερωτοχτυπημένος με τον τόπο του.
Καθώς όλο και πιο πολύ μικραίνει η μέρα, αποδημούν σαν τα πουλιά κι οι τελευταίοι από τον τόπο τους, κατηφορίζουν στις μεγάλες πολιτείες. Το χωριό, ό,τι είχε να τους δώσει τους το έδωσε, καλοκαιρινή δροσιά, καθάριο αέρα και ηρεμία. Δεν τους κρατάει πια. Τρομάζεις να δεις άνθρωπο στο δρόμο, μια καμινάδα να καπνίζει. Δεν σ’ ενοχλούν οι άγριοι καιροί, το απόμακρο του τόπου, η δυσκολία της πρόσβασης. Είναι κυρίως η μοναξιά που σε παγώνει, αυτή η απέραντη ανθρώπινη σιωπή, που σαν πάχνη έχει καλύψει τις πλατείες και τα σοκάκια, έχει εισδύσει στο – άλλοτε ζωντανό – καφενείο του χωριού. Κι αναρωτιέσαι; Υπάρχει ακόμα ελπίδα; Μπορεί κάποτε αυτός ο τόπος να ξαναβρεί λίγη απ’ τη χαμένη του ζωντάνια;
Πολύ αμφιβάλλω, αγαπητοί μου φίλοι, και ξέρω καλά, πως δεν είμαι απαισιόδοξος. Έχουν αλλάξει δραματικά οι συνθήκες και οι ανάγκες της ζωής τις τελευταίες δεκαετίες. Εκείνες οι πατριαρχικές, πατροπαράδοτες φαμίλιες, που με το τσούρμο των παιδιών τους διατηρούσαν τη ζωντάνια στο χωριό, έχουν εκλείψει. Κανένας νέος δεν αρκείται πια – και γιατί θάπρεπε άλλωστε; - να εξασφαλίζει απλά την επιβίωσή του από τα βοσκοτόπια ή τους αγρούς. Το μόνο ίσως που μπορούν να ελπίζουν αυτά τα απόμακρα χωριά, είναι να υπάρξουν κάποιοι ρομαντικοί και ιδεολόγοι, που «έταξαν στη ζωή τους να φυλάνε Θερμοπύλες». Σαν κι αυτούς, που κάθε λίγο με τόση αγαλλίαση συναντάμε στους ωραίους τους ξενώνες, στα ορεινά της Μακεδονίας και της Ηπείρου, της Πελοποννήσου και Στερεάς, στις εσχατιές του Έβρου. Είναι τόσο παρήγορο στα άλλοτε έρημα χωριά να βλέπει κανείς αραδιασμένα αυτοκίνητα, να οσμίζεται τη μυρωδιά του ξύλου από τα τζάκια, να πίνει κρασί και να μιλάει με τους ντόπιους, να ξέρει πως – έστω για λίγες μέρες – η ζωή ξαναγυρίζει.
Από μας εξαρτάται, αγαπητοί μου φίλοι, η επιβίωση αυτών των ακριτών, η διατήρηση της ζωής στα απόμακρα χωριά. Ας αφιερώσουμε κοντά τους μερικά Σαββατοκύριακα, μερικές αργίες από τον χειμώνα που πλησιάζει. Για μας θα είναι η ωραιότερη ανάπαυλα από τη ζωή της πόλης και γι’ αυτούς μια μικρή ανταμοιβή για τον αγώνα τους.
 
Καλό Χειμώνα

Θεόφιλος Μπασγιουράκης