ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΚΔΟΤΗ

Γελάτε, αυτό δεν στοιχίζει
 

Αγαπητοί μου φίλοι,
 

Τείνω τον τελευταίο καιρό να υιοθετήσω έναν καινούργιο τύπο απάντησης στα ερωτήματα: «πώς πάει», «τί γίνεται», «πώς περνάς» και τα συναφή. «Περίφημα», «Καταπληκτικά», «Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα», απαντάω.
Γελάει αυτός που ακούει τούτες τις απίθανες απαντήσεις, γελάω κι εγώ, για λίγο ευθυμούμε. Υπάρχει μάλιστα και μια αμυδρή πιθανότητα να παραταθούνε κάπως η ευθυμία και το γέλιο. Όσο προσωρινή κι αν είναι τούτη η παρένθεση, είναι ευπρόσδεκτη. Γιατί, παροδικά, έστω, ξεχνάμε τα βάσανά μας, τα προσωπικά και της χώρας. Που είναι τόσο πολλά και σοβαρά, ώστε ούτε με χιούμορ δεν μπορούν ν’ αντιμετωπιστούν. Εμείς, ωστόσο, αισιόδοξοι όντες, έχουμε όλη την καλή διάθεση να χαμογελάσουμε, ακόμα και να γελάσουμε.
Και, πιστέψτε με, κάποιες φορές το καταφέρνουμε θαυμάσια. Είναι τότε που ξεφεύγουμε από τα όρια της μεγάλης πόλης και παίρνουμε τους δρόμους για τους ναούς της φύσης ή για κάποια μοναχικά, τόσο επιθυμητά μικροχώρια, με λιγοστούς ανθρώπους στο μοναδικό καφενεδάκι και δυο-τρεις, όλες κι όλες, καμινάδες να καπνίζουν. Εκεί, μακρυά από την πολυκοσμία και τους θορύβους, τις σειρήνες του καταναλωτισμού και τον επίπεδο, αστικό τρόπο ζωής, αφουγκραζόμαστε τις κουβέντες των ντόπιων, τις αγωνίες και τους καημούς τους. Μένουμε έκπληκτοι από την λιτότητα αλλά και από τον λιγοστό αριθμό των αγαθών που τους είναι απαραίτητα για να’ ναι ευτυχισμένοι: να φτιάξουν κάπως οι λακκούβες των δρόμων, ν’ ανέβουν λίγο στα προϊόντα οι τιμές, να καλυτερέψει ο καιρός. Ε, κι αν αυξηθούν κομμάτι κι οι συντάξεις, καλοδεχούμενο θα’ ναι.
Στην Ελληνική περιφέρεια, λοιπόν, κοντά στ’ αγαπημένα μας βουνά και τα μονοπάτια, προσπαθούμε να εξωραΐσουμε την πραγματικότητα ή ακόμα και να την αγνοήσουμε εντελώς. Ενώ όμως η προσπάθειά μας ξεκινάει πάντα καλά, στο τέλος έχει την τύχη των ατελεύτητων και ατελέσφορων προσπαθειών του Σίσυφου: μόλις είμαστε έτοιμοι να ξεχάσουμε αυτά που μας ταλανίζουν, φτάνει της Κυριακής το απομεσήμερο, για να μας θυμίσει την μοιραία επιστροφή: τα μποτιλιαρίσματα και τις ουρές, την εξωφρενική τιμή της βενζίνης, τους αναρίθμητους σταθμούς διοδίων, που σκοντάφτουμε πάνω τους κάθε λίγο.
Μ’ αυτά όλα τα ενοχλητικά και αναπόφευκτα στο μυαλό μου, σκέφτηκα για άλλη μια φορά το μοναχικό ζευγάρι των συνδρομητών μας στην απόμακρη Κουμουστά της Λακωνίας, αυτό τον γλυκύτατο αλλά σχεδόν απομονωμένο ορεινό οικισμό, που επέλεξαν για μόνιμη κατοικία.
Τους μακαρίζω τους καλούς μας φίλους και προσδοκώ να ξαναβρεθώ γρήγορα κοντά τους.
Σας εύχομαι θαυμάσιες στιγμές στην υπέροχη φθινοπωρινή φύση της Ελλάδας.

Θεόφιλος Μπασγιουράκης