ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΚΔΟΤΗ

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΔΕΝ ΠΛΗΤΤΟΥΜΕ
 
Αγαπητοί μου φίλοι,
 
Μετά το περσινό καλοκαίρι είχα αρχίσει να φοβάμαι: ότι ύστερα από την εποποιία στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου, που μας κράτησε καθηλωμένους στις τηλεοράσεις μας και εκτόξευσε στα ύψη πρώτα την αδρεναλίνη και στο τέλος την εθνική μας υπερηφάνεια, και μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας με τις ανάλογες συγκινήσεις, θα είχαμε κορεσθεί – ως πολίτες αυτής της χώρας – με σημαντικά γεγονότα και θα πλήτταμε. Πράγματι, τίποτε συνταρακτικό δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Ούτε καν τα πολιτικά πράγματα της χώρας – με την «ουδέτερη» κυβέρνηση και την «άχρωμη» αντιπολίτευση – μπορούσαν να συντηρήσουν το ενδιαφέρον μας. Βλέπαμε ειδήσεις και χασμουριόμασταν κυριολεκτικά. Το πολιτικό τοπίο θύμιζε στατικά πλάνα ταινιών του Αγγελόπουλο.
Και ξαφνικά όλα άλλαξαν. Δημοσιογράφοι, δικηγόροι, ανακριτές και δικαστές, ρασοφόροι κάθε βαθμίδας εισαγγελείς και πολιτικοί άρχισαν να παρελαύνουν από τα τηλεοπτικά παράθυρα με καταιγιστικούς ρυθμούς, κάθε ώρα της ημέρας και της νύχτας. Τι είχε συμβεί; Οι δύο βασικοί πυλώνες της ηθικής και του δικαίου, η Εκκλησία και η Δικαιοσύνη, έμοιαζαν να κλονίζονται συθέμελα. Οι διαδοχικές εμφανίσεις και δηλώσεις τόσων «έγκυρων» και «σεβάσμιων» προσωπικοτήτων της δημόσιας ζωής θα έπρεπε – θεωρητικά τουλάχιστον – να συμβάλλουν στην αισθητική αναβάθμιση του λόγου και διαλόγου και στην ανύψωση του συνολικού επιπέδου των πολιτών. Φεύ, όμως, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Αντίθετα, εξακολουθούμε καθημερινά να βιώνουμε διαξιφισμούς, αντεγκλήσεις και αλληλοαναιρούμενες δηλώσεις μεταξύ προσώπων «υπεράνω υποψίας», των οποίων και μόνον η ιδιότητα και η αποστολή στην κοινωνία, θα έπρεπε να αποτελούν εγγύηση εντιμότητας, ηθικής και ακεραιότητας. Βαθιά ριζωμένοι στη συνείδηση του πολίτη θεσμοί, που ως τώρα βρίσκονταν σε μεγάλο βαθμό στο απυρόβλητο, γίνονται αντικείμενο κριτικής, ειρωνικών σχολίων και χλεύης. Ξαφνικά αμφισβητούνται τα πάντα από τους πάντες, δεν ξέρουμε ποιον και τι να πιστέψουμε. Τον Αρχιεπίσκοπο ή τον Πατριάρχη; Αυτόν τον Μητροπολίτη ή τον άλλον; Τον Δημοσιογράφο ή τον Αρχιμανδρίτη; Τον Ανακριτή ή τον Εισαγγελέα; Αυτόν τον Συνήγορο ή τον άλλον; Τον Πολιτικό αυτού του κόμματος ή του άλλου; (αυτοί, ούτως ή άλλως, είναι ελάχιστα αξιόπιστοι).
Βρισκόμαστε λοιπόν, αγαπητοί μου φίλοι, αντιμέτωποι με μια χαώδη κρίση αξιών, στο επίκεντρο μιας δίνης, που, εγώ τουλάχιστον, αδυνατώ μέχρις στιγμής να προβλέψω που θα μας οδηγήσει. Οι μόνοι που δεν επηρεάζονται αρνητικά – αλλά αντίθετα εξόχως θετικά απ’ αυτή την κρίση, είναι τα κανάλια, που βλέπουν τις θεαματικότητες να ανεβαίνουν κατακόρυφα. Τέτοια καθημερινή τροφή – και μάλιστα με τόσα πολλά μπαχαρικά – πολύ δύσκολα θα μπορούσε να προσφέρει αφ’ εαυτής η Ελληνική τηλεόραση. Και βέβαια το φιλοθεάμον κοινό αντέδρασε υγιέστατα και άμεσα. Μετά το πρώτο και δικαιολογημένο ισχυρό σοκ την έχει φιλοσοφήσει την κατάσταση και την έχει πάρει από την ευτράπελη πλευρά της. Σ’ αυτό βοήθησε τα μέγιστα και η πατρογονική θυμοσοφική κληρονομιά του Καραγκιόζη. Έτσι η τραγωδία αυτή της Ελληνικής κωμωδίας έχει μετατραπεί σε φαρσοκωμωδία και μάλιστα σε συνέχειες.
Τουλάχιστον δεν πλήττουμε!

Θεόφιλος Μπασγιουράκης