74

Μάρτιος 2010

σελ. 96-107

Το Σπήλαιο του Δράκου

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πώς να’ ναι αυτό το σπήλαιο; Πάντα η ερώτηση είναι ίδια, αφού κανένα σπήλαιο δεν είναι όμοιο με τα άλλα. Καθένα έχει την ιδιαιτερότητα της μοναδικότητας, ακριβώς όπως και οι προσωπικότητες των ανθρώπων, που κάθε μια είναι μοναδική. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στο Σπήλαιο του Δράκου. Σε υψόμετρο 650 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και σε απόσταση μόλις 15 μέτρων από την όχθη της λίμνης. 

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης

Φωτογραφίες: Άννα Καλαϊτζή

ΠΛΗΡΕΣ ΑΡΘΡΟ

ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ



Το τεύχος 47 του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΑΝΟΡΑΜΑΤΟΣ (Σεπτ. – Οκτ. 2005) φιλοξενούσε μεγάλο άρθρο για ένα σπήλαιο ελάχιστα γνωστό στο ευρύ κοινό. Ήταν το «Σπήλαιο του Δράκου» στην Καστοριά. Αρθρογράφος ήταν ο Σπηλαιολόγος Γιώργος Αβαγιανός, που είχε ήδη από το 1977 εισχωρήσει στα άδυτα του σπηλαίου. Στο άρθρο περιείχοντο εικόνες και περιγραφές συναρπαστικές, που είχαν εξάψει σε μεγάλο βαθμό την επιθυμία μας για την γνωριμία του σπηλαίου. Αυτό, δυστυχώς, δεν ήταν εφικτό γιατί το σπήλαιο δεν ήταν επισκέψιμο, ούτε το 2005 ούτε στα χρόνια που ακολούθησαν. Μοιραία λοιπόν ξεθώριασε στη μνήμη μας η ύπαρξη του σπηλαίου. Ως τις 13 Δεκεμβρίου του 2009. Τη μέρα εκείνη το σπήλαιο άνοιξε επίσημα τις θύρες του κι αποκάλυψε τους απόκρυφους θησαυρούς του στο έκπληκτο κοινό. Η είδηση της αξιοποίησης μας γέμισε χαρά. Το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ δεν θα μπορούσε να μην επωφεληθεί.

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ



Όσες φορές έχουμε έρθει σ’ αυτή την πόλη, με οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες και σε οποιαδήποτε εποχή, η αίσθηση είναι πάντα ίδια: η Καστοριά είναι μακράν η συναρπαστικότερη ηπειρωτική πόλη της Ελλάδας. Όχι μόνον για την ιδιαίτερη τοπιογραφία της, αυτό το μοναδικό παιχνίδισμα του υγρού στοιχείου και της στεριάς. Αλλά και για τα περίφημα αρχοντικά της, όσα έχουν διασωθεί,(1) και για τις παμπάλαιες και εκπληκτικές βυζαντινές της εκκλησιές.
Αρχές Φλεβάρη ξεκινάμε τον περιμετρικό δρόμο που παρακολουθεί την ακρολιμνιά. Με λαμπρό πρωινό ήλιο και μόνον δυο βαθμούς κάτω απ’ το μηδέν, δεν είναι δυνατόν να παγώσει η επιφάνεια της λίμνης. Μόνον κάποια σημεία στα ρηχά διατηρούν ένα λεπτό στρώμα πάγου, που κάθε λίγο χάνει τη συνοχή του και θρυμματίζεται μέσα στο νερό. Παγωμένη πάντως ή όχι, ήρεμη και ηλιόφωτη ή αγριεμένη και σκοτεινή, η λίμνη της Καστοριάς μας χαρίζει εικόνες αξεπέραστης ομορφιάς. Μπορεί να είναι κάποια απ’ τα πουλιά της, αργυροπελεκάνοι, κύκνοι, φαλλαρίδες ή κορμοράνοι. Μπορεί η μοναχική φιγούρα ενός ψαρά, που σηκώνει τα δίχτυα του ή κωπηλατεί αργά. Ή απλά μπορεί να είναι τα μακρυά, λυγερά κλαδιά ενός πλατανιού, όπως χαμηλώνουν και αγγίζουν το νερό.
Το σύντομο ταξίδι μας τελειώνει. Σε λίγα λεπτά έχουμε φτάσει μπροστά στην είσοδο του Σπηλαίου του Δράκου.

ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ

Πώς να’ ναι αυτό το σπήλαιο; Πάντα η ερώτηση είναι ίδια, αφού κανένα σπήλαιο δεν είναι όμοιο με τα άλλα. Καθένα έχει την ιδιαιτερότητα της μοναδικότητας, ακριβώς όπως και οι προσωπικότητες των ανθρώπων, που κάθε μια είναι μοναδική. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στο Σπήλαιο του Δράκου. Σε υψόμετρο 650 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και σε απόσταση μόλις 15 μέτρων από την όχθη της λίμνης. Μαζί μας είναι ο Γρηγόρης Νικολάου, από την Τουριστική Επιχείρηση του Δήμου Καστοριάς. Ανοίγει η τοξωτή πόρτα, μεσολαβούν δυο τρία δευτερόλεπτα, που αρκούν για να μας μεταφέρουν σ’ έναν άλλο κόσμο, μια νέα πραγματικότητα. Που απέχει πολύ από το εξωτερικό περιβάλλον με το εκτυφλωτικό φως του ήλιου, τα κρωξίματα των κορμοράνων, το παγωμένο αεράκι του φλεβαριάτικου πρωινού. Εδώ μέσα όλα μοιάζουν ισορροπημένα, αδιατάρακτα. Κανένα ρεύμα αέρα δεν κινείται ανάμεσά μας. Ό,τι κι αν συμβεί μερικά μέτρα παραέξω, καταιγίδα ή μπουρίνι, είναι αδύνατον να επηρεάσει την μακαριότητα του σπηλαίου.
Η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας είναι σταθερή, ανάμεσα στους 16-18 βαθμούς. Εξίσου σταθερή είναι κι η υγρασία, κυμαίνεται στο 80-90%. Ο φωτισμός είναι διακριτικός, αρχικά μας φαίνεται χαμηλός. Ώσπου να συνηθίσουμε, τα βήματά μας είναι διστακτικά. Μερικά δευτερόλεπτα μετά η προσαρμογή μας στις συνθήκες φωτισμού είναι πλήρης. Και οι εικόνες, που τόσο πολύ προσδοκούσαμε ν’ αντικρύσουμε, αρχίζουν να διαδέχονται η μια την άλλη.
Η αίσθηση του υγρού στοιχείου μας συντροφεύει απ’ την αρχή. Προέρχεται από τις λιμνούλες κατά μήκος του διαδρόμου. Ενός διαδρόμου με σωστές διαστάσεις πλάτους, στρωμένου με αντιολισθητικό τσιμέντο και προστατευμένου με καγκελάκια. Κρυστάλλινο είναι το νερό στις λιμνούλες, τίποτε εδώ δεν μπορεί να το μολύνει. Η επιφάνειά του θα ήταν ολότελα ακίνητη αν δεν διαταράσσονταν σποραδικά από ομόκεντρους κύκλους. Τους δημιουργούν οι σταγονίτσες, όμοιες με δάκρυα, που ξεφεύγουν κάθε λίγο από την οροφή του σπηλαίου ή απ’ τα λεπτεπίλεπτα σωληνάκια στο εσωτερικό των σταλακτιτών. Αυτή η σταγονορροή, αραιότερη το καλοκαίρι και πιο συχνή την περίοδο των βροχών, μας δείχνει ότι ο λιθωματικός διάκοσμος του Σπηλαίου του Δράκου αναπτύσσεται διαρκώς, το σπήλαιο εξακολουθεί να είναι ζωντανό. Ακούγεται μια απαλή ορχηστρική μουσική, που συνδυάζεται αρμονικά με τις εικόνες των αιθέριων πέτρινων μορφών και του νερού.
Η πρώτη αίθουσα του σπηλαίου είναι περιορισμένων διαστάσεων και αρκετά χαμηλή. Ο στολισμός της, χωρίς να είναι φτωχός, δεν είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την αμέσως επόμενη, μεγαλύτερη αίθουσα. Από την οροφή της κρέμονται αμέτρητοι μικροί σταλακτίτες, ασφυκτικά ο ένας δίπλα στον άλλον, μια πραγματική πέτρινη βροχή. Το χρώμα τους είναι λευκό με τόνους μπεζ και καταλήγουν σε άκρη αιχμηρή. Όμορφος αλλά πολύ λιγότερο πλούσιος είναι και ο σταλαγμιτικός διάκοσμος, με τους σταλαγμίτες να μοιάζουν με δεντράκια φυτρωμένα εδώ κι εκεί. Με την αδιάκοπη σταγονορροή στους αιώνες αρκετοί σταλακτίτες έχουν ενωθεί με τους σταλαγμίτες σχηματίζοντας κολώνες, που συνδέουν το έδαφος με την οροφή.
Η πρώτη αυτή αίθουσα δεν απέχει παρά μερικές δεκάδες μέτρα μόνον από την είσοδο του σπηλαίου. Αμέσως μετά ο κεντρικός διάδρομος διακλαδίζεται σ’ έναν δευτερεύοντα προς τα δεξιά. Ανεβαίνουμε μερικά σκαλοπάτια και τερματίζουμε μετά από δέκα περίπου μέτρα σ’ ένα μικρό εξώστη. Η παρουσία του νερού λίγο χαμηλότερα δημιουργεί και πάλι εικόνες ονειρικές. Υπέροχοι παραπετασματοειδείς σταλακτίτες, κολώνες, χείμαρροι αναρίθμητων μικρών και μεγάλων σταλακτιτών.
Επιστρέφουμε στον κεντρικό διάδρομο και συνεχίζουμε την διείσδυσή μας στα έγκατα του σπηλαίου. Κάποια στιγμή το συμπαγές έδαφος σταματάει. Το βραχώδες δάπεδο του σπηλαίου καλύπτεται από τα νερά μιας λιμνούλας, της μεγαλύτερης απ’ όσες έχουμε συναντήσει μέχρι τώρα. Εδώ ο τσιμεντένιος δρομίσκος παραχωρεί τη θέση του για δέκα σχεδόν μέτρα σε μια χαριτωμένη πλωτή πεζογέφυρα, που με κάθε ασφάλεια συνδέει μεταξύ τους τις όχθες της λιμνούλας. Βαδίζουμε αυτά τα λίγα μέτρα πάνω απ’ το νερό. Κάπου ενδιάμεσα για λίγο σταματάμε. Δεν ξέρουμε τι πρώτα να θαυμάσουμε, τι να φωτογραφίσουμε. Ολόγυρά μας νερό, στοές και κοιλότητες με απαλό φωτισμό, φωτοσκιάσεις και αντανακλάσεις σταλακτιτών και σταλαγμιτών. Πού και πού ακούγεται ο ανεπαίσθητος χτύπος μιας σταγόνας στην επιφάνεια της λίμνης. Αμέσως τότε, ομόκεντροι κύκλοι διασπούν την ακινησία του νερού. Για λίγα δευτερόλεπτα οι αντανακλάσεις τρεμοπαίζουν. Ύστερα και πάλι η λιμνούλα ηρεμεί. Ως την επόμενη σταγόνα που θα ξεφύγει από το σωληνάκι ενός σταλακτίτη ή μια σχισμή της οροφής.
Ανηφορίζουμε μετά το γεφυράκι και βλέπουμε στα δεξιά μας μια πόρτα τοξωτή. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, είναι η έξοδος του σπηλαίου, δυστυχώς πολύ πιο σύντομη από όσο περιμέναμε. Νά όμως που τα θαύματα δεν έχουν τελειώσει ακόμα στο Σπήλαιο του Δράκου. Συναντάμε αρχικά μια διακλάδωση στ’ αριστερά. Μερικά μέτρα μετά βρισκόμαστε σ’ ένα περιβάλλον φαντασμαγορικό, με αμέτρητους σταλακτίτες και σταλαγμίτες, οποιουδήποτε μεγέθους, είδους και μορφής.
Επιστρέφουμε στον κεντρικό διάδρομο, βαδίζουμε για 15-20 μέτρα και ξαφνικά βρισκόμαστε στην είσοδο της μεγαλύτερης αίθουσας του σπηλαίου. Με μήκος 45 και μέγιστο πλάτος 17 μέτρων η αίθουσα είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακή. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η διακόσμησή της. Εδώ κυριαρχούν τα παραπετάσματα, που δημιουργούν απίθανα σχήματα και πτυχώσεις, σε κάθε σημείο της οροφής και των τοιχωμάτων. Είναι η αποθέωση της γλυπτικής δημιουργικότητας της φύσης. Μόνον ίσως κάποιος κορυφαίος Έλληνας γλύπτης της αρχαιότητας θα μπορούσε να λαξεύσει στο μάρμαρο ή στην πέτρα πτυχές με τόση πλαστικότητα, τόση διαφάνεια, τόση εύθραυστη λεπτότητα.
Το μαγικό ταξίδι μας στην μεγάλη αίθουσα τελειώνει. Τη στιγμή ακριβώς εκείνη ο χώρος γεμίζει με χαρούμενες φωνές. Είναι τα παιδάκια του Γ’ Δημοτικού Σχολείου της Καστοριάς, που έρχονται να γνωρίσουν τους θησαυρούς του τόπου τους.
Στην είσοδο του σπηλαίου ανοιγοκλείνουμε τα μάτια. Το φως του ήλιου είναι δυνατό. Όλα είναι όπως τ’ αφήσαμε λίγη ώρα πριν. Μόνον ο ψαράς με τη βάρκα του απομακρύνθηκε στ’ ανοιχτά.

ΜΕΡΙΚΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ

(Από το άρθρο του Γ. Αβαγιανού).

Στην αποστολή της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας (Ε.Σ.Ε) του 1963, βρέθηκαν οστά Αρκούδας των Σπηλαίων (Ursus spelaeus) στην αρχή της μεγάλης αίθουσας. Μεταξύ των οστών αυτών, υπήρχαν τμήματα γνάθου με κυνόδοντες και μεγάλα οστά. Το είδος Ursus spaeleus έζησε στην Ευρώπη από 10 έως 100.000 χρόνια πριν. Έφτανε σε ύψος τα 2.5 μέτρα και ζύγιζε μέχρι 500 κιλά.
Όσος αφορά το γεωλογικό της παρελθόν, η Καστοριά ανήκει στην Πελαγονική ζώνη. Όπως και όλη η Ελλάδα πριν από 100 εκατομμύρια χρόνια καλυπτόταν από μια βαθειά θάλασσα, την Τηθύ. H περιοχή, εδώ και 45 εκατομμύρια χρόνια είναι χερσαία. Τα πετρώματα που συναντώνται σήμερα εδώ είναι ασβεστόλιθοι, μάρμαρα, δολομίτες και φλύσχης.
Το Σπήλαιο του Δράκου διανοίγεται κατά μήκος διακλάσεων, δηλαδή ρωγμών του πετρώματος, με βόρεια διεύθυνση. Στη διάνοιξή του συνετέλεσε η υψηλή στάθμη της λίμνης της Καστοριάς σε παλαιότερες περιόδους. Τα νερά κατέκλυζαν το σπήλαιο εντελώς κατά τη διάρκεια του σχηματισμού του. Σε περιόδους πολύ χαμηλής στάθμης του νερού σχηματίστηκαν οι σταλαγμίτες που είναι σήμερα βυθισμένοι στο νερό.
Πρέπει να χρειάστηκαν περί τα 6 εκατομμύρια χρόνια για να φτάσει το σπήλαιο στη σημερινή του μορφή και, φυσικά, είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο είναι σήμερα επισκέψιμο.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, Καστοριά

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

T66 / Περιήγηση / Καστοριά /

Κλεισούρα Καστοριάς

Κλεισούρα Καστοριάς
Πολιτεία ιστορική και ωραία, με βουνίσιο φυσικό περιβάλλον και θέα ανεμπόδιστη, η Κλεισούρα διατηρεί και χαρίζει απλόχερα στον επισκέπτη εικόνες της παλιάς της αρχοντιάς.
T91 / Φυσικό περιβάλλον / Καστοριά /

Όρος Βίτσι

Όρος Βίτσι

Συνοδευόμενοι από τα μέλη των Ορειβατικών Συλλόγων Κοζάνης και Καστοριάς πραγματοποιούμε μια ανάβαση στο Βίτσι, το πανέμορφο αλλά και πολύπαθο, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου βουνό.

T95 / Παράδοση / Καστοριά /

Ντολτσό

Ντολτσό

Στενορρύμια με καλντερίμι. Βυζαντινές εκκλησίες και αναρίθμητα εμβληματικά Αρχοντικά. Είναι η ιστορική συνοικία Ντολτσό, που παρά την επέλαση του τσιμέντου διατηρεί το παραδοσιακό χρώμα της Καστοριάς

T109 / Φυσικό περιβάλλον / ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ /

Τα αγριόγιδα του Ολύμπου

Τα αγριόγιδα του Ολύμπου
Το πρωί της επομένης και αφού κλειδαμπαρώσαμε το καταφύγιο, ξεκινήσαμε την κάθοδο από τα παλάτια των θεών για τον «πολιτισμό». Δεν είχαμε απομακρυνθεί πολύ και ένα πλήθος αγριόγιδων μας έκλεινε το μονοπάτι. Κοκαλώσαμε στην θέση μας για να μην τα τρομάξουμε. Το κοπάδι αποτελούμενο από πάνω από 65 άτομα ήταν το μεγαλύτερο που έχω δει ως τώρα στον Όλυμπο. Πλησιάσαμε προσεκτικά ...