113

Σεπτέμβριος 2017

σελ. 128-147

Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Ανατολής

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μια τυχαία ορεινή διαδρομή - τραβέρσα που έκαμα το 1990, μέσα από τις πανέμορφες πλαγιές του Κισσάβου, κάτω ακριβώς από τη νότια κι απότομη κορυφή του Προφήτη Ηλία, στάθηκε η αφορμή να γνωρίσω ένα αναπάντεχο θρησκευτικό μνημείο. Διασχίζοντας λοιπόν τον Κίσσαβο και τα νότια πρανή του έφτασα σ΄ένα ερειπωμένο μοναστήρι, που είχε μείνει κρυφή μου επιθυμία, τόσα χρόνια να το γνωρίσω.

Κείμενο: Θεόφιλος Μπασγιουράκης

Φωτογραφίες: Άρχείο Μονής

ΠΛΗΡΕΣ ΑΡΘΡΟ

Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Ανατολής



Η διαδρομή και διάσχιση του Κισσάβου από τη νότια μεριά του, τότε, είχε αφήσει μια χαραμάδα επιθυμίας να επαναλάβω το πέρασμα και τη διάβαση των άγνωστων λεπτομερειών, που μου είχαν αφήσει έντονες και καταλυτικές αναμνήσεις.
Μιλώ για την οδική (δασική) διαδρομή που αρχίζει από το χωριό της Σπηλιάς, πάνω από το Συκούριο της Λάρισας και καταλήγει στο χωριό της Ανατολής, που βρίσκεται πάνω από την Αγιά και το Μεταξοχώρι.

Πέρασαν είκοσι έξι χρόνια για να ξανακάμω την ποθητή εκείνη διαδρομή και να ξαναϊδώ το γυναικείο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου, σε άλλη μορφή βέβαια, αλλά με ένα μοναδικό συστατικό του στοιχείο πλέον: τη στελέχωσή του από μια πολυπληθή ομάδα μοναχών, που έλκουν την καταγωγή τους από διαφορετικές χώρες του πλανήτη.
Και μόνο το στοιχείο αυτό, της διαφορετικής εθνικότητας των μοναχών, αποτελούσε ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα για ανίχνευση, ανάδυση και σχολιασμό.

Μέσα του περσινού Απρίλη, λοιπόν, ξεκίνησα από τον Βόλο με τον χάρτη του Κισσάβου να έχει σφηνωθεί στο μυαλό μου, για το πώς και το τι ήθελα να κάμω επάνω στο πλούσιο σώμα του ωραίου βουνού.
Πήρα και πάλι το δρόμο για τα Κανάλια. Πέρασα από το Καλαμάκι, το Καστρί, κι έφτασα στη στροφή της Αγιάς. Από εκεί έστριψα αριστερά για Λάρισα και μέσα από το χωριό Ελευθέριο έστριψα δεξιά για Συκούριο. Πέρασα την Όσσα (Ασαρλίκ, η παλιά τουρκική της ονομασία) και αμέσως μετά βγήκα στον άξονα του Συκουρίου (Μπουγιούκ Κεσρλί).
Διασχίζοντας το μεγαλοχώρι αυτό της Λάρισας πήρα τον ανήφορο για τη Σπηλιά τραβερσάροντας τις πλαγιές του δυτικού Κίσσαβου, και κινούμενος παράλληλα με το Μεγάλο Ρέμα που έχει βορειοανατολική κατεύθυνση. Σχεδόν δίπλα στον δρόμο αυτό κινείται και το παλιό μονοπάτι που οδηγεί στη Σπηλιά. Αφήνοντας τον κάμπο αλλάζει απότομα όλο το σκηνικό. Ο δασωμένος Κίσσαβος με υποδέχεται με ένα σωρό διαφορετικά πρόσωπα. Κάποια στιγμή θα φανεί το χωριό της Σπηλιάς με φόντο την κωνοειδή κορυφή του Προφήτη Ηλία. 
Θα φτάσω γρήγορα στη Σπηλιά, από την οποία έχω πάρει στο παρελθόν το μονοπάτι για τον «Κάναλο» (καταφύγιο του Κισσάβου, στα 1.600 μέτρα) κι από κει για την κορυφή του όμορφου βουνού που υψώνεται στα 1.975 μέτρα, πάνω από τις ακτές του Αιγαίου, με αστείρευτη θέα προς το αρχιπέλαγος.
Από το Βόλο ως εδώ έχουμε 96 χιλιόμετρα. Στη Σπηλιά, επάνω στην πρώτη κεντρική διασταύρωση θα κινηθώ δεξιά, με υπόδειξη μιας κρυφής πινακίδας που δείχνει το χωριό της Ανατολής.
Οι πινακίδες μιλάνε για δώδεκα χιλιόμετρα, αλλά στην πραγματικότητα η οδική απόσταση που χωρίζει τα δυο ορεινά χωριά είναι 14 χιλιόμετρα και μάλιστα μέχρι τη διασταύρωση της Μονής του Τιμίου Προδρόμου. Από τη διασταύρωση και μέχρι την πλατεία της Ανατολής θα χρειαστούν άλλα 3 χιλιόμετρα.
Η κατεύθυνσή μου,  μετά την Σπηλιά, θα έχει καθαρά νότιο προσανατολισμό και, βέβαια, όλη αυτή η απόσταση θα διανυθεί πάνω σε ένα σχετικά καλό και βατό χωματόδρομο που θα διασχίσει τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα πρανή του Κισσάβου. Θα περάσω την αγροτική περιοχή «Οργώματα» και θα μπω σε καθαρά βουνίσιο και υποαλπικό τοπίο. Θ’ ανηφορίσω κάπως απότομα μέχρι να βγω σε μια καθοριστική διασταύρωση (Μπελμάς – Λιβάδια) και περνώντας ανατολικά από την κορυφή «Μάσκα», θα αρχίσω να κατηφορίζω προς την Ανατολή, με μέτωπο πια τον μεγάλο κάμπο και τα Αγιώτικα χωριά.
Στα 14,2 χιλιόμετρα θα βγω στην άσφαλτο που έρχεται από την Ανατολή και κατευθύνεται στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου.



Θα πάρω το δρόμο για το μοναστήρι, όπου στη μεγάλη πλατεία με την παιδική χαρά, θα βρεθώ μπροστά σε ένα λεωφορείο από το Βόλο που  έχει μεταφέρει αρκετούς πιστούς, με τη συνοδεία του εφημέριου της Άνω Γατζέας, για να παρακολουθήσουν τον Εσπερινό της Μονής. Έτσι έχω την ευκαιρία να γνωριστώ καλύτερα με τις μοναχές και την καθημερινότητά τους στο μοναστήρι, που βέβαια, στα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει σύσταση και μορφή.
Μιλάω για ένα πλούσιο, χωροδομικά και αρχιτεκτονικά, μοναστήρι, στο οποίο ηγουμενεύει η γερόντισσα Θεοδέκτη και το οποίο ανήκει στη Μητρόπολη Δημητριάδος και Αγιάς.
Ο χρόνος στο μοναστήρι μοιράζεται μεταξύ λειτουργικής μοναστικής ζωής, προσευχής, μελέτης, προσφοράς, φιλοξενίας και εργασίας. Η μοναστική ζωή επιπλέον περιλαμβάνει και αφοσίωση στις παραδοσιακές εκκλησιαστικές τέχνες, όπως αγιογραφία, ψαλτική, ψηφιδωτό, βιβλιοδεσία κλπ.
Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί, ότι η Μονή Τιμίου Προδρόμου, αποτελεί μια «Πράσινη Κιβωτό», όπου συνυπάρχουν αρμονικά το φωτοβολταϊκό πάρκο, οι βιολογικές και οικολογικές καλλιέργειες καθώς και η κτηνοτροφία, ενασχολήσεις  
στις οποίες έχουν επιδοθεί με ζήλο όλες οι μοναχές που έλκουν την καταγωγή τους από τις εξής χώρες: Αγγλία, Εσθονία, Ρωσία, Αρμενία, Λίβανο, Κύπρο, Αμερική, Γερμανία, Αυστρία,  Ιαπωνία, Αυστραλία και φυσικά την Ελλάδα.
Το μοναστήρι φέρεται να έχει πρωτοκτισθεί το 1530 από τον όσιο Δαμιανό τον εν Κισσάβω, ο οποίος μαρτύρησε το 1568 στη γέφυρα του Αλκαζάρ, στη Λάρισα. 

  

Ο Δαμιανός είχε ζήσει σ’ ένα ασκηταριό απομονωμένο, δυτικά και απέναντι από τη σημερινή θέση της Μονής, κάπου σε μια απότομη και απρόσβατη ορθοπλαγιά του Κισσάβου, μερικά χιλιόμετρα από το μοναστήρι. 
Θα βαδίσω ως εκεί όταν τελέψω την κουβέντα μου με τις κοινωνικότατες μοναχές του μοναστηριού.
Το μοναστήρι ίσως προϋπήρχε από τον 9ο αιώνα, ως κελί άγνωστης ταυτότητας, το οποίο οργάνωσε ο όσιος Δαμιανός. Υπήρχε και λειτουργούσε μέχρι τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, όταν και καταργήθηκε. Κάποιες άλλες πληροφορίες, από το χωριό λένε πως λειτούργησε κατά τον Εμφύλιο ως Κέντρο Διαβιβάσεων.
Το 1980, ομάδα μοναχών από το Άγιο Όρος αφού απέτυχε στην προσπάθειά της να αναστηλώσει τα κτίσματα του μοναστηριού, ξεκίνησε να κτίζει μια καινούρια πτέρυγα. Ωστόσο, σύντομα το μοναστήρι ορφανεύει και μένει έρημο μέχρι το 2000.
Τότε έρχονται οι πρώτες μοναχές από τα Μεσόγεια της Αττικής προκειμένου να στελεχώσουν το ερειπωμένο μοναστήρι. Από το 2000 αρχίζει η ανασύσταση της μοναστικής ζωής και η μετατροπή της Μονής σε γυναικεία, η οποία, χάρη στην αγάπη και πολυπραγμοσύνη των δραστήριων μοναχών, αποτελεί σήμερα ένα μοναστικό ενδιαίτημα θαυμαστό.
Όπως ήδη αναφέραμε, το έργο των συγκεκριμένων μοναχών δεν μένει στο θρησκευτικό μονάχα μέρος. Επεκτείνεται και στη φύση, στην υλική και βιοτική αξιοποίηση της περιοχής που ανήκει στη Μονή, καθώς καλλιεργούνται πολλά στρέμματα με βιολογικές συνθήκες, εμπλουτίζεται η κτηνοτροφία με τη δημιουργία φάρμας και γεωργικές εργασίες, στις οποίες επιδίδονται καθημερινά οι μοναχές. Το μοναστήρι έτσι καταλήγει να είναι ανεξάρτητο διατροφικά και με “βιολογική συνείδηση”.
Μεγάλη σημασία έχει, σύμφωνα με τις αναφορές των μοναχών και της ηγουμένης, η διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος με σκοπό την “πρόγευση του παραδείσου”. Οι μοναχές αυτές έχουν λύσει το διατροφικό τους πρόβλημα, καθώς τρέφονται αποκλειστικά από ό,τι παράγουν στο κτήμα και πωλούν συνάμα τα προϊόντα τους σε βιολογικές αγορές και σε διάφορες άλλες εκδηλώσεις. Διαθέτουν θερμοκήπιο, το οποίο ζεσταίνουν το χειμώνα με κεριά, παράγοντας εξαιρετικά ποιοτικά προϊόντα, από τα κέρδη των οποίων αντιμετωπίζουν τα έξοδα της μεγάλης τους οικογένειας. Επίσης, με το φωτοβολταϊκό πάρκο, ακολουθούν τις μορφές της πράσινης ενέργειας.

  
  


Ένα άλλο σπουδαίο και πρωτοποριακό έργο των μοναχών, σχετικά με την καλλιέργεια είναι η παραγωγή βιολογικών σπόρων, τους οποίους διαθέτουν αφιλοκερδώς στον χώρο της Μονής. Αρχικά, το πρώτο Σάββατο του Σεπτεμβρίου, με μια γιορτή ανταλλαγής παραδοσιακών σπόρων, εμπειριών και προϊόντων και στην συνέχεια, στο τέλος του χειμώνα, μέσω ταχυδρομείου.
Βγαίνω από το μοναστήρι με πανάλαφρη ψυχή και πολύ εντυπωσιασμένος από το έργο αυτών των μοναχών. Μετά παίρνω το δρόμο πεζή για το ασκητήριο του Οσίου Δαμιανού. 
Λίγο πάνω από την πλατεία της θαυμάσιας παιδικής χαράς, που βρίσκεται έξω από τη Μονή, ένας φαρδύς χωματόδρομος διασχίζει το δάσος με κατεύθυνση δυτική. 
Σε μια χαρακτηριστική λάκκα, αφήνοντας τον δρόμο στρίβω αριστερά για να εισχωρήσω σε ένα πολύ δασωμένο πρανές που θα με φέρει σύντομα στην αρχή του απότομου και κατηφορικού μονοπατιού που οδηγεί στη μυστική κρύπτη του ασκηταριού.
Σε λιγότερο από ένα τέταρτο θα βρεθώ, διασχίζοντας έντονα ασβεστολιθικά πετρώματα, στη βάση ενός βράχινου βαθουλώματος, μέσα στο οποίο εγκαταβιούσε ο Όσιος Δαμιανός. Το ασκηταριό σκεπάζεται από βραχόπλακες και πολλά πουρνάρια, αλλά παρέχει εντυπωσιακή θέα προς το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου που είναι κτισμένο στην άκρη μιας προεξοχής.
Αναχωρώ από τη Μονή για να προσεγγίσω το χωριό της Ανατολής (παλιά Σελίτσιανη) που βρίσκεται σε απόσταση τριών χιλιομέτρων.
Η Ανατολή βρίσκεται σε υψόμετρο 960 μέτρων και είναι κρυμμένη μέσα σε μια χούνη του ανατολικού Κισσάβου που βλέπει στην πεδιάδα της Αγιάς έχοντας απέναντί της τον κεντημένο και τεμαχιστό καμβά του θεσσαλικού κάμπου.
Έχει μια θαυμάσια πλατεία που δυστυχώς διασχίζεται από το δρόμο, αλλά στην απέναντι πλευρά της βρίσκεται το περίφημο Εκκλησιαστικό Μουσείο στη θέση του παμπάλαιου Ναού του Αγίου Παντελεήμονα, μια εντυπωσιακή πέτρινη τοξωτή γέφυρα και την αρχή ενός γραφικού και υπέροχου χτιστού μονοπατιού που οδηγεί ύστερα από 5.800 μέτρα στο Μεταξοχώρι.
Κατηφορίζοντας από την Ανατολή περνάω από ένα εκπληκτικό λιβάδι με αραιές πανύψηλες βελανιδιές, που σκιάζουν μια παμπάλαιη πέτρινη εκκλησιά, σε μια επιβλητική θέση, από την οποία έχω μοναδική και υπέροχη άποψη και θέα της Αγιάς, του Μαυροβουνίου, καθώς και του βόρειου Αιγαίου.
Θα χρειαστώ 19 χιλιόμετρα καλογραμμένου ορεινού ασφαλτόδρομου για να πιάσω τον κάμπο, στο χωριό της Δήμητρας, από το οποίο θα επιστρέψω μέσω Καλαμακίου και Καναλίων στο Βόλο.
 
ΘΕΣΣΑΛΙΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

T72 / Περιήγηση / ΘΕΣΣΑΛΙΑ /

Ελασσόνα

Ελασσόνα
Πόλη με πλούσια εδάφη και προϊόντα, με βυζαντινά μνημεία και κίνηση ζωηρή, η Ελασσόνα χαρίζει επιπλέον, σε ντόπιους και επισκέπτες, μια ήρεμη και ανθρώπινη ζωή.
T113 / Δραστηριότητες / ΘΕΣΣΑΛΙΑ /

Κίσσαβος: Μονοπάτι Μελίβοιας - Βελίκας

Κίσσαβος: Μονοπάτι Μελίβοιας - Βελίκας
Στο βουνό, Κίσσαβος, την ιστορική Όσσα των αρχαίων Ελλήνων, θα διασχίσουμε ένα πανέμορφο και ξεκούραστο δασικό μονοπάτι, βατό για όλη την οικογένεια, με κρυστάλλινο ρέμα, ξύλινα γεφυράκι και αιωνόβια πλατάνια.